Ζει ο Θεος !

Ζει ο Θεος !

Τετάρτη, Μαρτίου 08, 2017

Σε αγαπώ άνθρωπε!!!



Σκέψου... έναν λεπτοκαμωμένο νεαρό, μετρίου αναστήματος, με όμορφα μάτια, εκφραστικά, γεμάτα αγάπη. Με όμορφα μακριά μαλλιά μέχρι τον ώμο και φτωχική ενδυμασία.
Έχει ένα λεπτό κορμί και μακριά χέρια, αδύνατα αλλά δουλεμένα.
Έναν αδύνατο αλλά τόσο ρωμαλέο νέο, που όσο κοιτά κάτω, από ντροπή και συστροφή, τόσο όμορφα και απλά σου μιλά για αγάπη και σε κάνει να θέλεις να σε κοιτάξει.

Πόσο λάμπει το πρόσωπό Του όταν μιλά για αγάπη.
Πόσο επιθυμείς και εσύ να ζήσεις αυτό που Σου περιγράφει, τόσο ταπεινά και με ντροπή.
Εμπνέει τόσο σεβασμό η μορφή Του και τόσο ηρεμία, ειρήνη ο λόγος Του, που καθηλώνεσαι εκεί δίπλα Του, μόνο να Τον ακούς και δίχως να αναπνέεις ακόμη. Μόνο να ακούς. Να ακούς.


Ο ωραιότερος Άνθρωπος που έχεις γνωρίσει, που μοιάζει στην ωραιότατη Γυναίκα Μάνα Του, που έχεις δει ποτέ σου. Τι Μάνα είναι αυτή, τι ήθος, τι κάλλος, τι γέννα, τι γιος, τι σόι, τι ομορφιά, τι λόγος, τι γνώση, τι αγάπη...

Και κρύβει τα δάκρυα στα όμορφα μάτια Του, όταν Του λες πόσο άσχημα σκέφτεσαι ή πράττεις. Δεν βρίσκεις λόγια να συμπληρώσεις τα λεγόμενά Του. Δεν θέλεις να βρωμίσεις τα κάλλη Του. Συστέλλεται και πονά μαζί σου που δεν γελάς και προσπαθεί να σε αγκαλιάσει, να σου κάμει τα χείλη σου, με τα δάχτυλά του, να έτσι, να χαμογελάσουν. Παίζει μαζί σου σαν ανέμελο μωρό και πότε σαν στοργικός πατέρας.
Και σου φωνάζει απαλά και με λυγμούς να έρθεις, να Τον αγκαλιάσεις, να μοιραστείς την αγάπη Του και την χαρά Του, τα σχέδια που κάνει για εσένα. Έχει τόση χαρά το στήθος Του και τόση αγάπη η καρδιά Του, που δεν μπορεί να την κρατήσει όλη δική Του, μέσα Του, και θέλει να σου την δώσει. Ζει για να σου δίδει Αγάπη.

Αυτά τα μεγάλα και με τόσο καλοσύνη μάτια Του, πόσο σε αγαπούν, σε ημερεύουν και σε κρίνουν. Λάμπουν σαν τον ήλιο και κοιτούν τα πόδια σου, για να μην σε πλανήσουν. Θέλουν ελεύθερα να πας, να τα σηκώσεις πάνω στα μάτια σου, να συναντήσεις τα μάτια του Θεού, που οι άγγελοι δεν είδαν. Θέλουν να δακρύσουν για εσένα από Αγάπη και να βρούνε Αγάπη.

Δεν μπορεί να έφτιαξε ο Θεός τα όμορφα μάτια σου και να μην θέλει αυτά, να συναντηθούν με την αγάπη Του.

Θεός με σάρκα σε πλησίασε και όλο το σύμπαν εμπρός σου, γονατίζει. Τι έρωτας είναι αυτός που κάνει τον Θεό σου, να κατεβεί τόσο χαμηλά και τόσο μικρός να γίνει, για να σε δει Πρόσωπο με Πρόσωπο και με ανθρώπινα χέρια να σε αγκαλιάσει.

Είναι το μέγεθος του Θεού άπειρο και η δύναμη της αγάπης Του μεγάλη και ο έρωτάς Του για εσένα συντριπτικός και έτσι άνθρωπος γίνεται, να σε χαρεί και πάλι. Μην σε τρομάξει το μέγεθος, το ύψος και το βάθος. Ο Άχρονος, χρόνο βρίσκει και τον χρόνο σου σταματά. Και σκιρτάει μαζί σου γοργά. Πόσες και πάλι αισθήσεις θέλεις άνθρωπε για να γευτείς τον Θεό σου;...

Είναι μοναξιά ο ουρανός Μου, χωρίς εσένα άνθρωπε, και παράδεισος όταν είσαι κοντά Μου. Χαίρομαι να σε βλέπω να γελάς και τον Παράδεισο να ζεις και να τον βασιλεύεις. Μπορεί να σε πλανήσανε, μα εγώ πάλι εσένα σε θέλω. Να σου ανοίγω τα χέρια Μου και την καρδιά Μου ρώτα. Έχω για σένα θησαυρούς και πλούτη έχω. Θέλω μονάχα να χαίρεσαι, να χαίρομαι την χαρά σου. Την Αλήθεια μου θέλω να ζεις και ελεύθερα να την βιώνεις.

Και εσύ Του δένεις τα χέρια, που προσπαθούν να σε αγκαλιάσουν, να σε αγαπήσουν.
Τι έπαθες μωρέ, ξεκούτιανες, τι πας να κάνεις άνθρωπε;

Τον σέρνεις σε τόπο ξένο και άσχημο, που δεν Του ταιριάζει.
Γιατί μωρέ άνθρωπε, γιατί εμπαίζεις τέτοια αγάπη;
Που σέρνεις Τέτοιον Βασιλιά, Βασιλιά της Δόξης, στα άδοξα σοκάκια τα άσχημα και την μιζέρια του όχλου;

Και εκείνος σε κοιτά με τα μεγάλα αθώα μάτια Του και απορεί και δεν σε καταλαβαίνει.
Τι γλώσσα έμαθε η καρδιά σου άνθρωπε και γιατί δεν σε καταλαβαίνει, Αυτός που σου έφτιαξε την καρδιά, την γλώσσα σου και την αγκαλιά σου;

Και με αγάπη περιμένει να Του πεις ένα καλό λόγο, ένα χάδι σου αναμένει.
Και εσύ διαλέγεις το πιο σκληρό ξύλο, με αλυσίδες και βούνευρα, βέργες αγκαθωτές, σχοινιά περιπλεγμένα με άγκιστρα στις άκρες και φραγγέλια.
Τι τέχνη είναι αυτή που έμαθες και ποιος καλέ μου σου την είπε;
Γιατί τα Έργα Μου τα χαλάς και κοπιάζεις να φτιάχνεις τέτοια πράματα;

Και σε κοιτούν τα μάτια Του και καρτερούν πάλι το χάδι σου.
Έτσι αγαπητικά, ερωτευμένα με την μορφή σου και την ύπαρξή σου, δίχως ανταλλάγματα. 
Άφοβα, δίχως να καταλάβουν τα μάτια Του τι συμβαίνει, εξακολουθούν και ζητούν ένα νεύμα αγάπης σου, την προσοχή σου, έναν καλό και παρηγορητικό λόγο. Φαντάζεται ο Νέος πως έκπληξη θα του κάνεις και σε καρτερεί, σε προσμένει, την αγάπη σου να γευτεί και να σου ανταποδώσει.
Γιατί ο έρωτας ο Θεϊκός, αβάσταχτος είναι για τον Θεό, που σου έχει, και θέλει ανταπόκριση. Άνθρωπε λίγο ίσως να το γνωρίζεις.

Από τα λουριά που κρατάς στα χέρια σου, κρέμονται πριονωτά κομμάτια από κόκαλο και μέταλλο, έτσι ώστε το χτύπημα να είναι πιο επώδυνο και δραστικό. Και εκεί με μιας η έκπληξη του Νέου μεγαλώνει.
Και ευθύς αλλάζει η όψη σου και το πρόσωπό σου ασχημαίνει.
Γιατί, λατρευτέ Μου γιε, χάλασε η μορφή σου;
Τι σε έκανε τόσο πολύ, την καρδιά σου να πετρώσει;
Γιατί γιε Μου καρδιακέ, σου μιλώ και εσύ δεν Με κοιτάς και τρέμεις;

Τι είναι αυτά που η αγάπη σου, για μένα έφτιαξες, τα χέρια σου γεμίσανε και θέλεις να Μου δώσεις;
Μήτε είναι ο πόνος σου καλέ Μου, μήτε οι ανησυχίες σου, μήτε ο φόβος σου, μην τυχόν Με χάσεις;

Αγάπη μου Εγώ και εσύ, είμαστε μαζί σε αυτόν τον κόσμο και θα είμαστε και όταν δεν θα υπάρξει.
Πες Μου αγαπημένε Μου, τι το μυαλό σου στεναχωρεί και σε παιδεύει τόσο;
Μήπως θέλεις να αλλάξω χρώμα στον ουρανό σου;
Μήπως θέλεις να φτιάξω πιο όμορφα λουλούδια;
Μήπως ονειρεύτηκες πιο χρωματιστά πουλιά ή πιο χαριτωμένα ζώα;
Μήπως θέλεις πιο φωτεινή την μέρα σου και φωτεινή την νύχτα;
Μήπως θέλεις να πατάς το χορτάρι και να μην τσαλακώνει;
Θέλεις φτερά, θέλεις να πετάς;
Θέλεις πιο μεγάλη ελευθερία;
Ότι θέλεις ζήτα Μου, Εγώ για εσένα είμαι εδώ, κοντά σου και πάντοτε, αγαπημένε Μου άνθρωπε.

Και τότε ο ουρανός συννέφιασε και ο ήλιος ντράπηκε, κοκκίνισε, τα δέντρα ζάρωσαν και τα άνθη μαραθήκαν. Όλα τα ζώα κρύφτηκαν και τα πουλιά έντρομα κουρνιάσαν.
Ο άνθρωπος, το καμάρι της πλάσης, σάλεψε και τα λογικά του έχασε.

Που είναι ο βασιλέας μας; αναστενάζει η πλάση.
Που είναι ο Ένοικος του Παραδείσου;
Τι βάρβαρος είναι αυτός; και ποιος τον έχει χαλάσει;

Σηκώνεται το χέρι στον ουρανό, με το φραγγέλιο να κρατά σφιχτά, και ο ουρανός ξεμάκρυνε, φοβήθηκε ο γαλαξίας όλος.
Στην ράχη της δύστυχης γης ορμητικά χτυπά και αγκαλιάζει όλη την έκταση του σώματος, από τους ώμους της μέχρι και τις γάμπες, και από μπροστά και από πίσω. Πρόσωπο, χέρια, πόδια, δάχτυλα, κοιλιά και ράχη βάφονται στο χρώμα της Αγάπης.
Και σχίζονται σάρκες, απογυμνώνονται κόκαλα, αποσπώνται βίαια οστέινα τμήματα από αυτά, και θρηνεί ο αέρας, που σχίζεται και αυτός μαζί Του.

Σιωπή απλώνεται παντού και ο όμορφος Νέος υπομένει. Την μάνα Του κοιτά και Της γνέφει και Εκείνη να σωπάσει, να υπομείνει.
Μικρό είναι Μάνα Μου, και μη του δίνεις σημασία. Παίζει με τον θάνατο, αλλά θα Με αγαπήσει. Με τον καιρό θα μάθει την Αγάπη Μου, θα μεγαλώσει, θα Μου μοιάσει.

Ποια μάνα μπόρεσε να δει, τον Γιο της έτσι. Ποια Μάνα άκουσε τον Γιο της, να μιλά με αγάπη, για τον δήμιό Του. Να αγκαλιάζει το φραγγέλιο πιο πολύ, από το φραγγέλιο Εκείνον.
Η Παναγιά σώπασε και μαζί Της κάθε χαρά της φύσης.
Ξέρει τι κάνει ο Γιόκας μου, μα η καρδιά μου δεν μπορεί να αντέξει τέτοια Αγάπη.

Αχ γιε μου εσύ καμάρι μου, σπλάχνο μου και Θεέ μου...
Να ξερες τι οδύνη, τι τοκετός επώδυνος είναι αυτός, που δεν αξιώθηκα ποτέ μου.
Και τώρα πονώ, αλλά Σε αγαπώ και υπομένω.
Γιε μου λυπήσου μας και κλαίω εγώ για δαύτους. Είναι καλοί οι άνθρωποι και σάρκα, σαν της σαρκός Μου. Το αίμα σου ας γίνει φάρμακό, φαρμάκι, για την ψυχούλα τους, ότι θελήσεις.

Και οι ώρες ατελείωτες, οι δίκες ψάχνουν ενόχους. Με αλυσίδες στα πόδια Του, ο νεαρός γυρνά την οικουμένη.
Και Του φορούν στεφάνι ακάνθινο, να τρελαθεί ο νους Του. Και Του φορούν χλαμύδα κόκκινη, στο αίμα να ταιριάξει. Και να κολλήσει στις πληγές, να κλείσει τις τρύπιες σάρκες και τα σπασμένα Του κόκαλα να ντύσει.

Ένας σταυρός στον ώμο Του, βαρύς, τραχύς, φορτώνεται, και ο δρόμος ανηφορικός, ολόσωστο μαρτύριο.

Τι έπαθες Γιε Μου και πονείς και τον Σταυρό μας δεν μπορείς να κουβαλήσεις;

Κάποιος παιδιά να Τον βοηθήσει αυτόν τον Άνθρωπο, που αθώος είναι...
Άστον μονάχο Του, να σέρνεται, αν είναι Θεός να σηκωθεί και να μας το αποδείξει;

Τι και αν ο κόσμος σάλεψε και η αγάπη πάει. Μίσος, φοβέρες, χλευασμοί ακούγονται παντού, λες και ο Άδης άνοιξε και η γη ξερνά την λάβα της, έτοιμη να ξεθυμάνει. Δαίμονες γλέντια κάνουνε και χαίρονται, που ο Νέος ζει και υπομένει.

Στο ύψος του Γολγοθά, εκεί που ο ουρανός γονατίζει, εκεί που οι άγγελοι θρηνούν και ο Πατέρας το δάκρυ Του στάζει... Στερεώνεται στην γη ένας Σταυρός και σαν ομφάλιος λώρος. Γίνεται η ένωση της γης με τον ουρανό και η σιωπή και αυτή, σωπαίνει.

Καρφιά μπαίνουνε βίαια στα χέρια του Νέου, καρφιά στα πόδια και τεντώνονται, και έτοιμο το έργο του ανθρώπου. Υψώνεται ψηλά στον Γολγοθά να το θαυμάσουν όλοι. Κανείς όμως δεν τολμά να κάμει τον σταυρό του. Και τότε και μετά, λίγοι θα ανεβούν ξανά τον Γολγοθά τους έτσι, με υπομονή, με αγάπη και χαρά, τον Νέο για να βρούνε.

Και ο Νέος, Όλος άλλαξε μορφή, γυμνώθηκε η Αγάπη Του και η καρδιά Του ξεπροβάλει.
Αυτός που δίνει ζωή σε όλους μας, για μια στιγμή την δίνει και την χάνει. Στεγνός ο λαιμός Του ζητά δροσιά και η φύση διστάζει, τρέμει και μουδιάζει.
Τόσα ποτάμια γάργαρα και θάλασσες και λίμνες, πηγές, ρυάκια και δροσιές, μα ο άνθρωπος προσφέρει πίκρα και ξύδι και χαίρεται από πάνω.

Και αφού ο Νέος προσπάθησε να σιωπήσει και του αγαπημένου Του ανθρώπου, να διασκεδάσει την αγάπη του, αφήνει λόγια αγαπητικά από τα χείλη Του, πιο πάνω από τους ανθρώπους. Δεν αντιστάθηκε στον έρωτα των ανθρώπων και θυσιάστηκε για αυτούς. Και στον Πατέρα αφήνει την Πνοή Του. Αγάπη τα τελευταία Λόγια Του, δεν έχει τίποτε άλλο να δώσει.

Η ώρα όμως πέρασε και σοβαρές εργασίες ο άνθρωπος έχει. Φθάνει πια να παίζει τόσες μέρες με τον Θεό, σαν το αγρίμι το θήραμά του. Και ρίχνει με μιας, μία σουβλιά, να βεβαιώσει το θάνατό Του. Και ο Νέος δεν αντιδρά, έχει φύγει πια μακριά.
Η γη δεν το μπορεί άλλο. Και σείεται. Και ο ήλιος κλείνει τα μάτια. Και ο αέρας σηκώνεται με μιας, λες και αναστενάζει. Σκορπίσανε οι άνθρωποι, σαστίσανε οι άπιστοι, κλάψανε οι φίλοι, οι αδερφοί.

Ώσπου να γίνουν οι ημέρες της αγωνίας τρεις, και ο Νέος να ξαναέρθει. Να δείξει πως η Αγάπη Του δεν πρόκειται να πεθάνει. Ένας Χριστός Αιώνιος θυσιαζόμενος και ερωτευμένος. Είναι η Αγάπη του Πατρός, που πάντοτε σάρκα θα παίρνει. Να Την χαίρεται ο πιστός και ερωτευμένος αιώνια να μένει.

Και ο ουρανός που χλόμιασε απέκτησε χρώμα πάλι. Μπλε η θάλασσα, πράσινα τα δάση, χρώματα τα λουλούδια και ζωηρά ξανά τα πλάσματα και ξεθαρρέψανε πάλι.

Μέχρι να ρθει ο Νέος ξανά. Νέος ακμαίος και ερωτικός, με Αγάπη πιο απογυμνωμένη, πιο ζωηρή, πιο αυθόρμητη. Τότε η Αγάπη Του θα συγκριθεί με τις αγάπες του κόσμου και θα θερίσει, θα ενωθεί και θα κάψει και θα διαφοροποιηθεί.

Ο θάνατος θανατώθηκε. Η Αγάπη βασιλεύει.
Όποιος θελήσει να ζήσει αιώνια, λοιπόν ας Με αγαπήσει.
Δεν θέλω να χαθεί κανείς, άνθρωπε αγαπημένε.
Χαρά μου αναστήθηκα, χαρά μου, θα ζήσεις αιώνια.
Το χώμα μην λιμπίζεσαι, τον Ουρανό μου κοίτα.
Μην σκιάζεις με τον τάφο σου, σαν γύρεις να ξαποστάσεις.
Είμαι εγώ παντού, στο αίμα σου, στο σύμπαν, στην καρδιά σου.
Θα περιμένω, θα ποθώ, θα εργάζομαι, μέχρι να αναστήσω, την ομορφιά σου.

Άσωτος Υιός

2 σχόλια:

  1. Και εσύ Του δένεις τα χέρια, που προσπαθούν να σε αγκαλιάσουν, να σε αγαπήσουν.
    Τι έπαθες μωρέ, ξεκούτιανες, τι πας να κάνεις άνθρωπε;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Μιλάμε μεταξύ μας για τον Θεό και μιλάμε πιο πολύ με τον Θεό. Διαβάζουμε για τον Θεό και πιο πολύ μιλάμε με τον Θεό. Μιλάμε για τον Θεό, πιο πολύ κάνουμε όμορφα πράματα που τα ξέρει μόνο ο Θεός. Δεν κρίνουμε κανέναν και όταν ζητούν συμβουλές, βάζουμε τον εαυτό μας στην θέση του αδερφού και κρίνουμε τον εαυτό μας. Μιλάμε στον αδερφό διά μέσω του Θεού. Συνεχώς αυτοκριτική και πάντα με αγάπη για την αλήθεια. Αν δεν αγαπάμε τον εαυτό μας, δεν μπορούμε να αγαπήσουμε άνθρωπο και πόσο μάλιστα τον Θεό. Για κάθετι ρωτούμε τον Θεό περισσότερο από τον εαυτό μας και τους αδερφούς μας. Δεν είμαστε μόνοι μας, με Θεό που είναι παντού και μέσα μας. Σωστές εξομολογούμενες αισθήσεις χρειάζονται και μετάνοια, ανθρώπου συνεργασία με Θεό. Πως να καταλάβουμε το Σωτήριο Θέλημά Του, παγιδευμένοι με τόσα δικά μας θελήματα;...

    ΑπάντησηΔιαγραφή